ανεδαφικός

ανεδαφικός
η , ό[ν] беспочвенный, необоснованный, нереальный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ανεδαφικός" в других словарях:

  • ανεδαφικός — ή, ό αβάσιμος, αστήρικτος, ανέφικτος …   Dictionary of Greek

  • ανεδαφικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που δε στηρίζεται στην πραγματικότητα, αβάσιμος: Οι προτάσεις του είναι εντελώς ανεδαφικές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασύστατος — η, ο 1. ανυπόστατος, ανύπαρκτος: Ασύστατα είναι όσα γράφει για τα πριν από εκατό περίπου χρόνια έθιμα του χωριού αυτού. 2. αβάσιμος, ανεδαφικός: Οι εναντίον του κατηγορίες αποδείχτηκαν ασύστατες. 3. εκείνος τον οποίο δε σύστησε κανείς σε άλλον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ουτοπικός — ουτοπικός, ή, ό και ουτοπιστικός, ή, ό μη πραγματοποιήσιμος, ανεδαφικός: Ουτοπική ή ουτοπιστική άποψη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»